δαμαστικός

δᾰμασ-τικός, ή, όν,
A gloss on Δαμαῖος, Sch.Pi.O.13.98.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • δαμαστικός — masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δαμαστικαῖς — δαμαστικός fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δαμαστική — δαμαστικός fem nom/voc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δαμαστικῷ — δαμαστικός masc/neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δαμαστήριος — ια, ιο (Μ δαμαστήριος, α, ον) [δαμαστήρ] αυτός που χρησιμεύει ή συντελεί σε δαμασμό, ο δαμαστικός μσν. το ουδ. ως ουσ. το δαμαστήριον μέσο με το οποίο δαμάζει κανείς, υποτάσσει ή καταστέλλει κάτι («ἀγρυπνία... πνευμάτων δαμαστήριον») …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.